altΜπορεί ο ήπιος φετινός χειμώνας να ευνόησε τους κατοίκους των μεγαλουπόλεων, περιορίζοντας τις ανάγκες για θέρμανση, είχε όμως μια δυσάρεστη συνέπεια, οι επιπτώσεις της οποίας θα γίνουν αισθητές τους επόμενους μήνες. Τη μείωση των βροχοπτώσεων, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη, τις κατ’ εξοχήν αγροτικές περιοχές της χώρας. «Ευνοημένες» ήταν -αντίθετα- η Ηπειρος και η Δυτική Ελλάδα.

Το φθινόπωρο και ο χειμώνας το 2013-2014 ήταν, σύμφωνα με τα τελευταία επιστημονικά στοιχεία, μια μέτρια χρονιά από πλευράς βροχοπτώσεων. «Είχαμε μια χρονιά ήπια από πλευράς θερμοκρασιών. Ενα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ήταν ότι είχαμε μεγάλες περιόδους με νοτιάδες, ένας τύπος καιρού που οδηγεί σε λιγότερες βροχές στα ανατολικά και περισσότερες στα δυτικά», εξηγεί στην «Καθημερινή» και στον Γιώργο Λιάλιο ο κ. Κώστας Λαγουβάρδος, ερευνητής στο Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. «Παράλληλα, οι χιονοπτώσεις ήταν λιγότερες και περιορίστηκαν στα μεγαλύτερα υψόμετρα».

Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα από όλη τη χώρα, από το δίκτυο των σταθμών του Εθνικού Αστεροσκοπείου.

– Στη Θράκη έβρεξε πολύ στην αρχή και στο τέλος της περιόδου, δηλαδή τον Νοέμβριο και τον Μάρτιο. Στους ενδιάμεσους μήνες οι ουρανοί στέρεψαν. Για παράδειγμα, στην Ξάνθη τον Νοέμβριο έπεσαν 153 χιλιοστά βροχής, ενώ τον Μάρτιο (μέχρι στιγμής) 134, όταν τον Οκτώβριο, τον Δεκέμβριο και τον Φεβρουάριο το ύψος της βροχής δεν ξεπέρασε τα 30 χιλιοστά.

– «Στεγνή» έμεινε και η Μακεδονία. Για παράδειγμα, στο Κιλκίς το διάστημα Οκτωβρίου – Μαρτίου οι συνολικές βροχοπτώσεις ήταν μόλις 318 χιλιοστά, ενώ στη Φλώρινα 192 χιλιοστά.

– Ανάλογη ήταν η εικόνα και στη Θεσσαλία. Ο σταθμός μέτρησης της Λάρισας, για παράδειγμα, κατέγραψε μόλις 11 χιλιοστά βροχής τον Οκτώβριο του 2013, 34 τον Δεκέμβριο και 27 τον Φεβρουάριο (συνολικά 154 χιλιοστά βροχής όλη την περίοδο). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι γεωτρήσεις από τις οποίες αρδεύεται ο θεσσαλικός κάμπος θα «στερέψουν» φέτος νωρίτερα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Ας δούμε τώρα τι συνέβη στα νησιά και στη Δυτική Ελλάδα.

– Στα Δωδεκάνησα μόνο ο Φεβρουάριος ήταν άνυδρος. Ωστόσο τον Νοέμβριο στη Ρόδο έπεσαν 418 χιλιοστά βροχής μέσα σε δύο ημέρες, προκαλώντας καταστροφικές πλημμύρες. Οι Κυκλάδες είχαν γενικά μια συνηθισμένη χρονιά, χωρίς ιδιαίτερες βροχές.

– Στην Κρήτη, το δυτικό κομμάτι ήταν πιο ευνοημένο, ενώ ο μήνας με τις περισσότερες βροχοπτώσεις στο νησί ήταν ο Δεκέμβριος. Το διάστημα Οκτωβρίου – Μαρτίου, ο σταθμός στις Βρύσες Χανίων κατέγραψε 843 χιλιοστά βροχής, ενώ ο σταθμός στην Ιεράπετρα 412 χιλιοστά και στις Μοίρες Ηρακλείου 349 χιλιοστά.

Αντίθετα, στη Δ. Ελλάδα και την Ηπειρο οι βροχές ήταν άφθονες. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι περισσότερες περιοχές δέχθηκαν πάνω από 1.000 χιλιοστά βροχής. Για παράδειγμα, το διάστημα Οκτωβρίου – Μαρτίου στην Πάτρα καταγράφηκαν 630 χιλ. βροχής, στο Αγρίνιο 871, στον Πύργο 1.084, στη Λευκάδα 1.197 και στο Παναχαϊκό Ορος 1.225 χιλιοστά βροχής.

Η πιο ευνοημένη από πλευράς βροχοπτώσεων περιοχή της χώρας ήταν η Ηπειρος. Για παράδειγμα, στα Θεοδώριανα Αρτας και στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας τον Νοέμβριο έβρεξε περισσότερα από 550 χιλιοστά, ενώ τη συνολική περίοδο που εξετάζουμε έπεσαν περισσότερα από 1.500 χιλιοστά βροχής.

Μέριμνα για τους αγρότες

«Εκτιμώ ότι οι βροχοπτώσεις στη Θεσσαλία, σε ένα μεγάλο κομμάτι της Μακεδονίας και στη Θράκη ήταν ανησυχητικά χαμηλές. Ισως θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα από την Πολιτεία για τους αγρότες των περιοχών αυτών, ώστε να μην αντιμετωπίσουν πρόβλημα», εξηγεί ο κ. Λαγουβάρδος. «Πάντως τα τελευταία χρόνια, ιδίως το 2011 και 2012, ήταν καλές χρονιές από υδρολογική άποψη για το μεγαλύτερο μέρος της χώρας».

Η Αθήνα ευνοείται από τις αυξημένες βροχοπτώσεις στη Δυτική Ελλάδα, καθώς υδροδοτείται κυρίως από τους ταμιευτήρες του Μόρνου και του Ευήνου.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΥΔΑΠ, το σύνολο των αποθεμάτων της Αθήνας και στους τέσσερις ταμιευτήρες της (Μόρνος, Εύηνος, Υλίκη, Μαραθώνας) είναι 1,2 δισεκατομμύριο κυβικά μέτρα νερού, ελάχιστα μειωμένο σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.