altΣαν παλιό σινεμά… Η εξαιρετική στήλη του Σάββα Λιβάνιου στην “Ελευθεροτυπία” φιλοξένησε τον παλιό άσο της Παναχαϊκής Δημήτρη Σπεντζόπουλο, σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση. Διαβάστε τη:

«Σε ηλικία 9 χρόνων ξεκίνησα να κάνω προπονήσεις με τον Απόλλωνα Καλαμάτας και στα 14 το πρώτο μου παιχνίδι στη Β’ εθνική, με αντίπαλο τον Παναρκαδικό και από τα τέσσερα γκολ της ομάδας μου πέτυχα τα δύο.

Πριν παίξω με φώναξαν στα γραφεία της ομάδας, υπέγραψα συμβόλαιο και μου έδωσαν ένα τάληρο! Οταν επέστρεψα σπίτι το έδωσα στον πατέρα μου, ο οποίος μου είπε: “Καλά, που το βρήκες; Δεν πιστεύω να το έκλεψες;”.

Στο σχολείο γυμναστής μου ήταν ο Κώστας Δέδες, ο οποίος ήταν και συμπαίκτης μου στην ομάδα.

Στον Απόλλωνα έκανε σπουδαία δουλειά ο προπονητής μας, ο Παναγιώτης Δεληγιώργος, που είχε παίξει μπάλα στον Εθνικό Πειραιά. Ηταν πρωτοποριακή η προπόνησή του και για παράδειγμα, στον στίβο είχε φτιάξει μία κρεμάλα και στο σχοινί είχε δέσει μία μπάλα. Και ανάλογα με το αν ο ποδοσφαιριστής ήθελε να σουτάρει ή να πιάσει κεφαλιά ανεβοκατέβαζε το σχοινί και την μπάλα. Δουλέψαμε πολύ πάνω σε αυτό και προσωπικά με βοήθησε πάρα πολύ στην καριέρα μου. Στα 272 ματς που έπαιξα στην Α’ Εθνική πέτυχα 75 γκολ, από τα οποία ίσως και τα μισά να ήταν με κεφαλιά. Στατιστικά είμαι μέσα στην πρώτη δεκάδα του πρωταθλήματος με τα περισσότερα γκολ με το κεφάλι.

Οταν ήρθε η χούντα, έγινε συγχώνευση των ομάδων στην Καλαμάτα και το 1967 πήγαμε στη “μαύρη θύελλα”.

Δεν θα ξεχάσω ένα παιχνίδι της Καλαμάτας με τον Ολυμπιακό τον Μάιο του ’73. Το σκορ ήταν στο 1-1 και σε μία επίθεση της ομάδας μου σκόραρα, αλλά η μπάλα χτύπησε στο σίδερο που στήριζε τα δίκτυα και επέστρεψε στη μικρή περιοχή. Ο διαιτητής Μίχας αντί να δείξει σέντρα για το γκολ, έκανε νόημα να συνεχίσουμε να παίζουμε μπάλα. Στην αντεπίθεση γίνεται μία σέντρα και ο συμπαίκτης μου Δημήτρης Καλλιγέρης έπιασε την μπάλα με τα χέρια. Ηταν πέναλτι, με το οποίο μας νίκησε ο Ολυμπιακός.

Στην Παναχαϊκή είχα πάει κρυφά να δοκιμαστώ το ’69. Πήγα με το τρένο στην Πάτρα, προπονήθηκα το πρωί και το απόγευμα ήμουν πίσω. Τελικά, το 1973 έγινε η μετεγγραφή μου στην Παναχαϊκή και παράλληλα πήρα και μετάθεση στην Πάτρα ως υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας. Και με την ευκαιρία να ευχαριστήσω για άλλη μία φορά τον δεύτερο πατέρα, τον πρώην πρόεδρο της Καλαμάτας, τον Λυκούργο Γαϊτανάρο, ο οποίος διόρισε στην τράπεζα όλους τους ποδοσφαιριστές που είχαν απολυτήριο Γυμνασίου. Για την μετεγγραφή μου πήρα 75.000 δραχμές και η Καλαμάτα πάνω από 1.000.000 δραχμές.

Το καλοκαίρι του ’73 με ήθελαν κι άλλες ομάδες, όπως ο Πανιώνιος και ο ΠΑΟΚ, όμως ο πατέρας μου μού ζήτησε να πάω στην Παναχαϊκή. “Να, πας στην Πάτρα που είναι πιο εύκολο για μένα να έρχομαι να σε βλέπω”, μου είπε και δεν μετάνιωσα γι’ αυτήν μου την απόφαση. Τότε η Παναχαϊκή είχε μεγάλη ομάδα. Ακόμα θυμάμαι ότι πριν τα παιχνίδια οι Δαβουρλής, Ρήγας έβαζαν στα αποδυτήρια στοίχημα για το πόσο θα έρθει το ματς. Αν υπήρχε σήμερα στο ποδόσφαιρο ο Δαβουρλής, θα τον είχε βουτήξει καμιά Γιουβέντους, καμιά Μίλαν!

Σε ηλικία 32 ετών έσπασα το πόδι μου σε ένα ματς με τον Ηλυσιακό στου Ζωγράφου και την περίοδο 1984-’85 ο τότε γενικός αρχηγός της Παναχαϊκής Αρης Λουκόπουλος με αποδέσμευσε. Το παράπονό μου είναι ότι δεν έπαιξα ποτέ στην Εθνική. Ο Παναγούλιας καλούσε συνήθως μονάχα από τον ΠΑΟΚ και τη Θεσσαλονίκη. Τι να λέμε τώρα, είχα βγει τρίτος σκόρερ το ’80, με πρώτο τον Μπάγεβιτς και κάλεσε τον Κωστίκο αντί για μένα».