Αμφίπολη:Η αποκάλυψη του σκελετού ανατρέπει όλα τα δεδομένα  H βιομοριακή αρχαιολογία για την ανάλυση του DNA των οστών και η ηλεκτρικήτομογραφία για το γεωσκανάρισμα του λόφου έχουν τον λόγοH εύρεση του σκελετού στην Αμφίπολη αναθέρμαναε το ενδιαφέρον για το μνημείο και από την προηγούμενη Τετάρτη έχουν δημιουργηθεί απορίες, θεωρίες και προσδοκίες όλων των ειδών. Όπως ήταν φυσικό, ο ίδιος ο τύμβος Καστά πέρασε σε δεύτερη μοίρα, καθώς το χειροπιαστό πλέον απομεινάρι του περιζήτητου νεκρού επισκίασε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο του ταφικού μνημείου.

Στους αρχαιολόγους, στους συντηρητές, στους ιστορικούς τέχνης, στους αρχιτέκτονες και τους γεωφυσικούς προστίθενται τώρα επιστήμονες από πεδία με ασυνήθιστους και συναρπαστικούς τίτλους, όπως αρχαιομετρία, βιομοριακή αρχαιολογία, οστεοαρχαιολογία, παλαιοανθρωπολογία κ.λπ. Μαζί με αυτούς, νέα εργαλεία ετοιμάζονται να αναλάβουν δράση: μετά το φτυάρι, τη σέσουλα, το πινέλο και το νυστέρι, σειρά έχουν τα μικροσκόπια τελευταίας τεχνολογίας, τα μυστηριώδη εργαστηριακά υγρά, οι δοκιμαστικοί σωλήνες των πανεπιστημιακών εργαστηρίων, αλλά και το ραδιοΐσότοπο άνθρακας 14 για τον προσδιορισμό της ηλικίας. Από την ανάλυση του DNA, η οποία θα διενεργηθεί με βάση το υλικό που θα ληφθεί, π.χ., από την οδοντοστοιχία του κρανίου, ο γενετικός κώδικας θα αρχίσει να εξιστορεί τον βίο του νεκρού.

Διότι για τη βιομοριακή αρχαιολογία το DNA μπορεί να αξιοποιηθεί πολλαπλά, καταρχήν ως τράπεζα βιολογικών δεδομένων, καθώς στα σωματίδια του DNA βρίσκονται καταχωρημένα θεμελιώδη στοιχεία, όπως το φύλο. Το εάν ο σκελετός ανήκει σε άνδρα ή γυναίκα, θεωρητικά, θα μπορούσε να το διακρίνει ένας έμπειρος ανθρωπολόγος – και τέτοιοι επιστήμονες υπάρχουν σε μικρή απόσταση μάλιστα από την Αμφίπολη, λ.χ. στη Θεσσαλονίκη και το ΑΠΘ. Κυρίως από το οστούν της λεκάνης θα μπορούσε -ίσως μάλιστα ήδη έχει γίνει- να υπάρξει μια πρώτη υπόθεση για το φύλο του ατόμου που βρέθηκε θαμμένο στον τύμβο, όπως και κάποια βασικά σωματομετρικά χαρακτηριστικά.

Επί του παρόντος, το σύνολο του σκελετού, όπως ακριβώς βρέθηκε μαζί με το χώμα, που είναι αξεδιάλυτα κολλημένο στα οστά προκειμένου να μη διαταραχτεί ούτε κατ’ ελάχιστον η εξωτερική τους επιφάνεια, φυλάσσεται στο Μουσείο της Αμφίπολης. Από αύριο θα αρχίσουν να εξετάζονται τα ενδεχόμενα συνεργασίας του ΥΠΠΟ με υποψήφια ερευνητικά ιδρύματα στα οποία θα αποσταλεί για ανάλυση το πολύτιμο εύρημα. Η τελική απόφαση γι’ αυτό θα ληφθεί από την επικεφαλής ανασκαφέα, Κατερίνα Περιστέρη. Καθώς όμως στην Ελλάδα δεν υπάρχει προηγούμενο ανάλυσης αρχαίου DNA, είναι αρκετά πιθανόν η συνέχεια του «CSI Αμφίπολη» να δοθεί σε ειδικευμένο εργαστήριο του εξωτερικού.

Επιστρέφοντας στην ανάλυση του DNA και προτού φτάσουμε στην ανασύσταση του προσώπου του νεκρού με τα τρισδιάστατα μοντέλα κ.λπ., στον γενετικό κώδικα θα ανιχνευτεί ο ιατρικός του φάκελος, με τις τυχόν ασθένειες από τις οποίες υπέφερε στη διάρκεια του βίου του. Σε συνδυασμό με όλα τα προηγούμενα, υπάρχει μία επιπλέον δυνατότητα της βιομοριακής αρχαιολογίας, η οποία είναι ίσως και η πιο ενδιαφέρουσα: η σύγκριση του DNA με άλλα, συγκεκριμένα δείγματα, ώστε να εντοπιστούν -ή να αποκλειστούν- συγγένειες με άλλους νεκρούς. Ο ευσεβής πόθος σύμπασας της Ελλάδας είναι, βέβαια, να πιστοποιηθεί δεσμός αίματος του νεκρού της Αμφίπολης με τη βασιλική οικογένεια της Μακεδονίας.

Το γεωσκανάρισμα αρχίζει

Στη σκιά του σκελετού, η επόμενη -και εξαιρετικά σημαντική- φάση της έρευνας στον τύμβο Καστά αφορά στη γεωφυσική του διασκόπηση. Το έργο της τομογραφίας, από το οποίο αναμένεται να φανεί τι άλλο μπορεί να κρύβει ο τεχνητός λόφος εντός της περιμέτρου του, ανέλαβε το εργαστήριο Εφαρμοσμένης Γεωφυσικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το ΑΠΘ, εκτός από τον εξοπλισμό και τις άμισθες υπηρεσίες των επιστημόνων και των συνεργατών τους, προσφέρει επίσης 12.000 ευρώ για τα έξοδα της έρευνας. Οπως εξηγεί ο επικεφαλής της νέας επιχείρησης διασκόπησης του τύμβου, καθηγητής Γρηγόρης Τσόκας, «η μέθοδος που επιλέχθηκε είναι η ηλεκτρική τομογραφία, δηλαδή με ηλεκτρόδια που βυθίζονται στο έδαφος, διότι αυτή πιστεύουμε ότι θα μας δώσει καλύτερα αποτελέσματα σε σύγκριση, ενδεχομένως, με τη σεισμική τομογραφία, η οποία είχε εφαρμοστεί παλαιότερα στον ίδιο χώρο».

Οι ομοιότητες με την ιατρική τομογραφία υπάρχουν μεν, περιορίζονται όμως από τις αντικειμενικές δυσκολίες της διασκόπησης ενός γήινου όγκου. Η εργασία των γεωφυσικών είναι περίπλοκη και επίπονη, ενώ είναι αναγκασμένοι να εφευρίσκουν ακόμη και νέα μαθηματικά, προκειμένου να παρακάμπτουν δυσκολίες που δεν αντιμετωπίζει η ιατρική διαγνωστική: ένας λόφος, αντίθετα από έναν άνθρωπο, δεν εξετάζεται παρά μόνο στην εξωτερική, οριζόντια επιφάνειά του. Επίσης, ενώ ένας ιατρός γνωρίζει τι είναι φυσιολογικό και τι όχι εξετάζοντας, π.χ., μια μαγνητική τομογραφία, οι γεωφυσικοί συναντούν μόνο εκπλήξεις. Και στην καλύτερη των περιπτώσεων μπορούν να υποδείξουν στους αρχαιολόγους ότι αυτό που διακρίνεται στην απεικόνιση είναι μια λίθινη κατασκευή και όχι μια φυσική διαμόρφωση ενός βράχου.