Απόφαση-σταθμός του Εφετείου Αθηνών για τα αναδρομικά των συντάξεων ανοίγει τον δρόμο για να επιστραφούν οι μειώσεις των νόμων 4051 και 4093 σε περίπου 1,5 εκατομμύριο συνταξιούχους που διεκδικούν επιστροφές χρημάτων.

Σύμφωνα με τον Ελεύθερο Τύπο, η απόφαση βγήκε από το διοικητικό εφετείο της Αθήνας στις 20 Φεβρουαρίου 2019 και είναι η πρώτη που έχει εκδοθεί, μετά τις χιλιάδες αγωγές συνταξιούχων, η οποία δικαιώνει οριστικά και αμετάκλητα και σε δεύτερο βαθμό συνταξιούχο του ταμείου νομικών με αναδρομικά δύο ετών (Ιούλιος 2015-Ιούνιος 2017) και δικαιούται και επιστροφή των μειώσεων του 2018.

Το Εφετείο ήταν καταπέλτης κατά του ΕΦΚΑ καθώς απορρίφθηκαν όλες οι αιτιάσεις του και κρίθηκε οριστικά ότι η εν λόγω μειώσεις είναι παράνομες εφόσον κρίθηκαν αντισυνταγματικές από το Συμβούλιο της Επικρατείας με τις αποφάσεις 2287-2290 του Ιουνίου του 2015 και από τότε θα έπρεπε να σταματήσουν να επιβάλλονται.

Πρόκειται για πολύ σημαντική απόφαση διότι είναι η πρώτη που δικαιώνει συνταξιούχο με τελεσίδικα αναδρομικά και χωρίς άλλο περιθώριο ελιγμών από τον ΕΦΚΑ.

Επιπλέον, ανοίγει τον δρόμο για διεκδικήσεις όσων συνταξιούχων σκοπεύουν να προβούν σε αγωγές, καθώς ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της απόφασης είναι πως αναγνωρίζεται πλήρως ότι τα αναδρομικά υπερβαίνουν το διάστημα εφαρμογής του νόμου Κατρούγκαλου, που αποτελούσε «γκρίζα ζώνη» έως τώρα.

Στο μεταξύ τις απίστευτου μεγέθους απώλειες τις οποίες υπέστησαν τα εισοδήματα εκατομμυρίων ελληνικών νοικοκυριών από το 2009 έως το 2017, εξαιτίας της υπερφορολόγησης και της επιβολής περικοπών σε μισθούς, συντάξεις και κοινωνικά επιδόματα, που επιβλήθηκαν με τα Μνημόνια, αποκαλύπτει η σύγκριση των δεδομένων των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, οι οποίες υποβλήθηκαν το 2018 (για το 2017) και το 2010 (για το 2009).

Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη σύγκριση αυτή δείχνουν ότι, εξαιτίας της εφαρμογής της άδικης και καταστροφικής δημοσιονομικής πολιτικής των Μνημονίων, μέσα στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από το 2009 έως και το 2017, εξανεμίστηκαν φορολογητέα εισοδήματα συνολικού ύψους 20,25 δισ. ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο φορολογούμενο εισόδημα κάθε ελληνικού νοικοκυριού συρρικνώθηκε κατά 28,59%, από 17.673 σε 12.620 ευρώ. Μάλιστα, τη μεγαλύτερη συρρίκνωση εισοδημάτων γνώρισαν οι συνταξιούχοι, των οποίων το μέσο ετήσιο φορολογούμενο εισόδημα μειώθηκε κατά 28,47% την περίοδο 2009-2017.

Σημαντικές εισοδηματικές απώλειες υπέστησαν την ίδια περίοδο και οι μισθωτοί, των οποίων το μέσο ετήσιο φορολογούμενο εισόδημα υποχώρησε κατά 25,82%.

Τα συγκριτικά στοιχεία από τη στατιστική επεξεργασία των δεδομένων των φορολογικών δηλώσεων που υποβλήθηκαν το 2010 και το 2018, για να δηλωθούν εισοδήματα των ετών 2009 και 2017, αντίστοιχα, δείχνουν ειδικότερα ότι:

1. Το συνολικό φορολογούμενο εισόδημα των φυσικών προσώπων μειώθηκε κατά 20,25 δισ. ευρώ ή κατά 20,12%, από τα 100,64 δισ. ευρώ το 2010 (για το 2009) στα 80,39 δισ. ευρώ το 2018 (για το 2017). Κι αυτό παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των φορολογουμένων (οικογενειών και άγαμων φυσικών προσώπων) αυξήθηκε από 5.694.978 το 2010 σε 6.370.099 το 2018.

2. Το μέσο ετήσιο φορολογούμενο εισόδημα κάθε νοικοκυριού συνταξιούχων υποχώρησε κατά 28,47%, από 16.555 ευρώ το 2009 σε 11.841 ευρώ το 2017. Δεύτεροι σε εισοδηματικές απώλειες έρχονται οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι εμφανίζονται με μέσο ετήσιο φορολογούμενο εισόδημα 24.593 ευρώ το 2009 και 17.759 ευρώ το 2017.

Η μείωση του μέσου ετήσιου φορολογούμενου εισοδήματος των φορολογουμένων αυτών ανήλθε σε ποσοστό 27,79% μεταξύ του 2009 και του 2017. Στην τρίτη θέση όσον αφορά στις εισοδηματικές απώλειες βρίσκονται οι μισθωτοί των οποίων το μέσο ετήσιο φορολογούμενο εισόδημα μειώθηκε από 19.863 ευρώ το 2009, σε 14.735 ευρώ το 2017. Η μείωση του ετήσιου εισοδήματος των μισθωτών ήταν της τάξεως του 25,82% μεταξύ των ετών 2009 και 2017.

3. Η μείωση του φορολογούμενου εισοδήματος των μισθωτών και των συνταξιούχων κατά ποσοστά 28,47% και 25,82%, αντίστοιχα, την περίοδο 2009-2017, είχε ως φυσική συνέπεια να μειωθούν σε απόλυτα μεγέθη και οι φορολογικές τους επιβαρύνσεις.

Συγκεκριμένα, για τα έτη 2009-2017, η μέση ετήσια φορολογική επιβάρυνση, όπως αποτυπώθηκε στις φορολογικές δηλώσεις των ετών 2010-2018, μειώθηκε κατά 2,89% για τους μισθωτούς και κατά 25,73% για τους συνταξιούχους. Ομως, στις περιπτώσεις των φορολογουμένων που άσκησαν ατομικές επιχειρήσεις ή ελευθέρια επαγγέλματα και των αγροτών, η μείωση των φορολογητέων εισοδημάτων δεν οδήγησε και σε μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων.

Συγκεκριμένα, την περίοδο 2009-2017, ενώ το μέσο ετήσιο φορολογούμενο εισόδημα των μικρομεσαίων επιχειρηματιών και των ελευθέρων επαγγελματιών μειώθηκε κατά 27,79%, από 24.593 σε 17.759 ευρώ, η μέση ετήσια φορολογική επιβάρυνσή τους αυξήθηκε κατά 38,49%, από 2.785 σε 3.857 ευρώ! Επίσης, την ίδια περίοδο, ενώ το μέσο ετήσιο φορολογούμενο εισόδημα των αγροτών μειώθηκε κατά 3,74%, η μέση ετήσια φορολογική επιβάρυνσή τους αυξήθηκε κατά 38%, από 742 σε 1.024 ευρώ.

Η εξέλιξη αυτή εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι γι’ αυτές τις κατηγορίες φορολογουμένων ελήφθησαν, την περίοδο των Μνημονίων, τα πλέον αυστηρά φοροεισπρακτικά μέτρα, όπως η κατάργηση του αφορολόγητου ορίου και η επιβολή φόρου από το πρώτο ευρώ του ετήσιου εισοδήματος (με συντελεστή 26% για τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες-ελεύθερους επαγγελματίες και 13%-26% για τους αγρότες).

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην έννοια «φορολογική επιβάρυνση» συμπεριλαμβάνονται για το έτος 2018 (εισοδήματα 2017) και τα στοιχεία για τα ποσά της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, του τέλους επιτηδεύματος και του φόρου πολυτελούς διαβίωσης με τα οποία χρεώθηκαν τα νοικοκυριά. Αντιθέτως, το 2010, όταν φορολογήθηκαν τα εισοδήματα του 2009, δεν είχαν ακόμη επιβληθεί οι τρεις αυτοί φόροι.

Πηγή: eleftherostypos.gr